- νουθέτηση
- η (Α νουθέτησις) [νουθετώ]συμβουλή, παραίνεση («εὐχῇ θεὸν ἢ διδαχῇ καὶ νουθετήσει ἄνθρωπον», Πλάτ.).
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
νουθετήσῃ — νουθετήσηι , νουθέτησις admonition fem dat sg (epic) νουθετέω put in mind aor subj mid 2nd sg νουθετέω put in mind aor subj act 3rd sg νουθετέω put in mind fut ind mid 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νουθετησμός — νουθετησμός, ὁ (Μ) νουθέτηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < νουθετῶ, αντί νουθέτηση, κατά τα παρ. σε ισμός από ρ. σε ίζω] … Dictionary of Greek
νουθέτημα — το (ΑΜ νουθέτημα) [νουθετώ] συμβουλή, παραίνεση, νουθέτηση («ἄγαν δὲ μωραίνοντι νουθετήματα», Πλούτ.) … Dictionary of Greek
νουθετισμός — νουθετισμός, ὁ (Α) [νουθετίζω] παραίνεση, νουθέτηση … Dictionary of Greek
πεδάρτασις — ἡ, Α [πεδαρτῶ] η νουθέτηση … Dictionary of Greek